Δεν πρόκειται πλέον μόνο για σκληρές δηλώσεις από την Άγκυρα.

Στις 13 Οκτωβρίου, ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής, όποιες συμμαχίες κι αν συνάπτει, όσο δεν αποδέχεται τις τουρκικές απαιτήσεις. Στις 16 Οκτωβρίου ακολούθησαν τουρκικές αντι-NAVTEX που αμφισβητούν την ελληνική και την κυπριακή αρμοδιότητα σε περιοχές σημαντικές για το Great Sea Interconnector.

Τα λόγια ακολουθούνται από πράξεις. Κάθε βήμα ξεχωριστά μπορεί να περιγραφεί ως διπλωματία, τεχνικό ζήτημα ναυσιπλοΐας ή εδαφική διαφορά. Όλα μαζί όμως σχηματίζουν ένα μοτίβο πιέσεων που κινδυνεύει να μετατρέψει την απειλή σε φυσιολογικό στοιχείο των σχέσεων μεταξύ γειτονικών κρατών.

Και μέσα σε όλα αυτά, η Τουρκία ζητά μεγαλύτερη πρόσβαση στο SAFE – ένα ευρωπαϊκό αμυντικό εργαλείο που έχει ρητό σκοπό να προστατεύει τα συμφέροντα ασφαλείας της Ένωσης και των κρατών-μελών της.

Το πραγματικά ανησυχητικό, λοιπόν, δεν είναι μόνο η στάση της Άγκυρας, αλλά ο κίνδυνος να αρχίσει η Ευρώπη να θεωρεί τις οικονομικές ευκαιρίες, τα αμυντικά συμβόλαια και τις βιομηχανικές συνεργασίες σημαντικότερα από τις συνέπειες της αποδοχής μιας τέτοιας συμπεριφοράς.

Γιατί τι συμβαίνει όταν κάθε νέα πρόκληση αντιμετωπίζεται με άλλη μία συζήτηση, άλλον έναν συμβιβασμό και άλλη μία επιχειρηματική ευκαιρία;

Τότε η απειλή παύει να αποτελεί εξαίρεση. Γίνεται μέθοδος διαπραγμάτευσης.

ΑΠΟΨΗ: Η αξιοπιστία της Ευρώπης δεν κρίνεται από το πόσα δισεκατομμύρια διαθέτει η Ένωση στην άμυνα, αλλά από το αν υπερασπίζεται πραγματικά τις αρχές και τα κράτη-μέλη που αυτά τα χρήματα προορίζονται να προστατεύσουν.

Το να κλείνει κανείς τα μάτια στις σημερινές υπολογισμένες απειλές για να σώσει τις αυριανές συμφωνίες μπορεί να αποδειχθεί η ακριβότερη επένδυση της Ευρώπης.